Μέρος 1, Κεφάλαιο 1: Οι στρατιώτες του αυτοκράτορα
Μέρος 1: Ιστορίες και Ήρωες Κεφάλαιο 1: Οι στρατιώτες του αυτοκράτορα Ήταν περασμένη η ώρα πια. Ο Δούκας είχε σημάνει σιωπητήριο εδώ και τουλάχιστον δύο ώρες. Τίποτα δεν ακουγόταν στο στρατόπεδο, παρά τα ροχαλητά των ανδρών και ορισμένες χαμηλόφωνες συζητήσεις. Ήταν μια ήρεμη νύχτα με πανσέληνο. Ο Νικόλαος, που κοιτούσε τον ουρανό μέσα από την σκηνή του χαμογέλασε θλιμμένα. «Σε δύο εβδομάδες έχουμε Πάσχα» μονολόγησε. Ο Συμεών καθόταν λίγο πιο πέρα, στη σκηνή του κυρίου του, ακονίζοντας τα σπαθιά και γυαλίζοντας τη πανοπλία του Νικολάου. Ακούγοντας την διαπίστωση του Νικολάου για την μεγαλύτερη εορτή της Χριστιανοσύνης, αναστέναξε. Και τι δεν θα έδινε να είναι πίσω στην Κωνσταντινούπολη και να παρακολουθήσει την αυτοκρατορική Θεία Λειτουργία στον Ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας. Ωστόσο ήταν κολλημένοι εδώ, στην ξένη και βάρβαρη γη των Βουλγάρων. Οι Βούλγαροι ηγεμόνες ήταν η μεγαλύτερη πληγή που είχε να αντιμετωπίσει η αυτοκρατορία. Και εκεί που νόμιζε κανεί...