Μέρος 1, Κεφάλαιο 1: Οι στρατιώτες του αυτοκράτορα

 

Μέρος 1: Ιστορίες και Ήρωες

 

Κεφάλαιο 1: Οι στρατιώτες του αυτοκράτορα

 

Ήταν περασμένη η ώρα πια. Ο Δούκας είχε σημάνει σιωπητήριο εδώ και τουλάχιστον δύο ώρες. Τίποτα δεν ακουγόταν στο στρατόπεδο, παρά τα ροχαλητά των ανδρών και ορισμένες χαμηλόφωνες συζητήσεις. Ήταν μια ήρεμη νύχτα με πανσέληνο. Ο Νικόλαος, που κοιτούσε τον ουρανό μέσα από την σκηνή του χαμογέλασε θλιμμένα.

«Σε δύο εβδομάδες έχουμε Πάσχα» μονολόγησε.

Ο Συμεών καθόταν λίγο πιο πέρα, στη σκηνή του κυρίου του, ακονίζοντας τα σπαθιά και γυαλίζοντας τη πανοπλία του Νικολάου. Ακούγοντας την διαπίστωση του Νικολάου για την μεγαλύτερη εορτή της Χριστιανοσύνης, αναστέναξε. Και τι δεν θα έδινε να είναι πίσω στην Κωνσταντινούπολη και να παρακολουθήσει την αυτοκρατορική Θεία Λειτουργία στον Ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας. Ωστόσο ήταν κολλημένοι εδώ, στην ξένη και βάρβαρη γη των Βουλγάρων. Οι Βούλγαροι ηγεμόνες ήταν η μεγαλύτερη πληγή που είχε να αντιμετωπίσει η αυτοκρατορία. Και εκεί που νόμιζε κανείς ότι εφόσον δέχτηκαν τον Χριστό, πλέον θα ηρεμούσαν σαν λαός… Εκείνοι έγιναν εγωιστές και οι βασιλιάδες τους θέλησαν τίτλους οι οποίοι δεν ήταν δικοί τους. Που ακούστηκε ποτέ ένας Βούλγαρος να ζητάει τον θρόνο του Αυτοκράτορα των Ρωμαίων;

«Πιο σιγά!» φώναξε ο Νικόλαος προς τον Συμεών, βλέποντάς τον να ακονίζει το σπαθί με περισσότερη δύναμη και ταχύτητα από ότι χρειαζόταν. «Θα σπάσεις την λεπίδα στο τέλος».

«Συγνώμη» απολογήθηκε ο νεαρός, χαμηλώνοντας το βλέμμα. «Αφαιρέθηκα».

Ο Νικόλαος χαμογέλασε θλιμμένα, πλησίασε και κάθισε δίπλα του. Αβέβαια έβαλε το χέρι στον ώμο του.

«Είναι δύσκολο να είσαι στρατιώτης, το καταλαβαίνω» είπε με ειλικρίνεια ο Νικόλαος. «Ειδικά σε αυτή την ηλικία, τραυματίζεσαι από τόσο θανατικό που έχεις δει. Αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα του κόσμου μας. Έχουμε καθήκον προς την πατρίδα μας και εκείνους που ζουν σε αυτήν. Δεν μπορούμε να τους αφήσουμε στο έλεος εκείνων που μας μισούν και θέλουν την γη, αλλά και τις ζωές μας».

Σταμάτησε για λίγο, προσπαθώντας να δαμάσει την σκέψη του.

«Γνωρίζεις τον Βασίλειο, αυτόν που σήμερα λέμε Βουλγαροκτόνο;».

«Φυσικά και τον γνωρίζω» απάντησε ο Συμεών. «Πολλοί ποιητές και επωδοί τον έχουν μνημονεύσει και απαθανατίσει στα έργα τους».

«Ο Βασίλειος, σε αντίθεση με το προσωνύμιο του, δεν ήταν άνθρωπος του πολέμου. Δεν επιθυμούσε τον πόλεμο. Αντίθετα, τον απεχθανόταν. Λένε στις εκστρατείες που έκανε, κάθε βράδυ κλεινόταν στην σκηνή του πνευματικού του, με το εικόνισμα της Παναγίας αγκαλιά και έκλαιγε για τον θάνατο που έφερνε ο πόλεμος. Όμως είχε καθήκον. Είχε λόγο που έκανε ότι έκανε. Όταν οι Βούλγαροι μπήκαν στην Αδριανούπολη τότε, και έσφαξαν σχεδόν ολόκληρο τον πληθυσμό εκεί, είχε δώσει όρκο βαρύ να τους κάνει να πληρώσουν».

Σηκώθηκε και κοίταξε έξω από τη σκηνή, προς την κατεύθυνση που βρισκόταν το πεδίο της μάχης, το οποίο ακόμα έβγαζε καπνούς από την καταστροφή της προηγούμενης ημέρας.

«Το πλήρωσαν το τίμημα οι Βούλγαροι, αλλά κάποιοι πείσμωσαν περισσότερο. Και σήμερα φτάσαμε στο σημείο να θέλουν πάλι να μας καταστρέψουν και να αρπάξουν ότι είναι δικαιωματικά δικό μας. Γι’ αυτό πολεμάμε» είπε ο Νικόλαος και έσφιξε τα δόντια.

Ο Συμεών κούνησε αργά το κεφάλι, δείχνοντας ότι συμφωνεί. Ήξερε ότι ο Νικόλαος είχε δίκιο και είχε αποδεχθεί την αναγκαιότητα του πολέμου. Ωστόσο, οι εικόνες του θανάτου είχαν μείνει για πάντα χαραγμένες στο μυαλό του. Και θα έμεναν εκεί. Δεν μπορούσε πλέον να το αλλάξει αυτό. Έπρεπε να αποδεχθεί την νέα πραγματικότητα του εαυτού του. Το ποιος ήταν, η ίδια του η ταυτότητα, θα άλλαζε με αυτόν τον πόλεμο.

Οι σκέψεις του διακόπηκαν από ποδοβολητά αλόγων. Ο Νικόλαος κοίταξε ανήσυχος απέξω. Τα άλογα δεν ήταν πολλά για να είναι κάποια επιδρομή των Βουλγάρων, αλλά και η ώρα ήταν προχωρημένη για περιπολίες αυτού του είδους. Η μόνη απάντηση που μπορούσε να δώσει ο Νικόλαος, ήταν ότι τα άλογα που ερχόντουσαν, ήταν αγγελιοφόροι. Σε λίγα λεπτά, διαπίστωσε ότι η πομπή που είχε φτάσει, αποτελούνταν από 16 άνδρες της αυτοκρατορικής φρουράς, μια ολοκληρωμένη κουστωδία δηλαδή. Οι στρατιώτες, οι οποίοι μέχρι και εκείνη την εποχή έφερναν το αρχαίο, αλλά ένδοξο, όνομα των Πραιτοριανών, στάθηκαν στοιχισμένοι έξω από την σκηνή του στρατηγού της εκστρατείας, του ανθρώπου εκείνου που πολεμούσε κατά του βάρβαρου Ασσέν, ο οποίος γλυκοκοίταζε τα εδάφη της Θράκης και τον Βαλκανίων, για να εδραιώσει την νέα του αυτοκρατορία. Προς το παρόν ο Δούκας είχε γνωρίσει τρομερή επιτυχία κατά των αντιπάλων της Αυτοκρατορίας και ο Νικόλαος δεν μπορούσε να αντιληφθεί ποιος ήταν ο λόγος που οι Πραιτοριανοί αγριοκοίταζαν την σκηνή του στρατηγού.

«Φέρε να ζωστώ το σπαθί μου» ψιθύρισε ο Νικόλαος προς τον νεαρό Συμεών. «Δεν βλέπω να έχει καλή κατάληξη αυτή η ιστορία».

Ο νεαρός υπάκουσε και ζώστηκε και αυτός έναν κοπτήρα, ένα κοντό σπαθί, το οποίο συνήθως χρησιμοποιούσαν οι απλοί στρατιώτες. Ο Νικόλαος βγήκε από τη σκηνή και στάθηκε μπροστά στη φωτιά που σιγοέκαιγε ακόμα, με τον Συμεών ακριβώς πίσω του. Και άλλοι στρατιώτες είχαν ξυπνήσει και τρίβοντας τα μάτια τους, κοιτούσαν και παρατηρούσαν τους στρατιώτες που στέκονταν έξω από τη σκηνή του διοικητή τους. Η ένταση αυξανόταν με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Οι Πραιτοριανοί είχαν βάλει και αυτοί τα χέρια τους στα θηκάρια, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στους άνδρες που συγκεντρώνονταν γύρω τους.

«Σεβαστοκράτωρ Ιωάννη Δούκα! Σε καλούμε εκ μέρους του βασιλέα και αυτοκράτορα των Ρωμαίων Ισαάκιο, τον Δεύτερο του Ονόματος του, άρχοντα της Κωνσταντινούπολης και της Ηρακλείας!».

Σιωπή επικράτησε για λίγο, μέχρι που βαριά βήματα ακούστηκαν και ο Δούκας βγήκε από την σκηνή του πάνοπλος, με τη βαριά Ρωμαϊκή πανοπλία να τον καλύπτει από την κορυφή ως τα νύχια. Την περικεφαλαία του την κρατούσε στο χέρι του, για να μπορούν όλοι να διακρίνουν το χαμογελαστό πρόσωπό του.

«Τι ζητάτε από εμένα;» ρώτησε εκείνος, καθησυχάζοντας τους άντρες του με μια κίνηση του χεριού του.

«Είστε σίγουρος ότι θέλετε να μιλήσουμε εδώ;» ρώτησε κάπως αμήχανα, ή ίσως φοβισμένα ο διοικητής των Πραιτοριανών.

«Ό,τι έχετε να πείτε σε εμένα, μπορείτε να τα πείτε και ενώπιον των αντρών μου. Εδώ δεν έχουμε μυστικά μεταξύ μας. Οι άνδρες οι οποίοι μοιράζονται το σπαθί στο πεδίο της μάχης, έχουν έναν αδελφικό δεσμό».

Ο διοικητής ξεφύσησε δυσαρεστημένος. Δεν ήθελε να κάνει σκηνή μπροστά σε τόσο κόσμο, ειδικά οπλισμένους στρατιώτες του αυτοκρατορικού στρατού, αλλά ο Δούκας δεν του άφηνε άλλη επιλογή.

«Ο αυτοκράτορας Ισαάκιος σε καλεί σε απολογία, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας κατά του αυτοκρατορικού θρόνου» ανακοίνωσε ο διοικητής των Πραιτοριανών. «Παρακαλώ να μην αντισταθείς της σύλληψή σου».

«Πολύ καλά» απάντησε ο Ιωάννης Δούκας. «Θα έρθω μαζί σας».

Έπειτα γύρισε στους στρατιώτες του.

«Δεν θέλω να χυθεί αίμα μεταξύ αδελφών. Παρακαλώ αφήστε τα όπλα σας».

Κανένας δεν μίλησε για μερικά λεπτά. Η ένταση ήταν τεταμένη. Ο φόνο έλαμπε στα μάτια και των δύο ομάδων. Ο Ιωάννης χαμογελούσε στον διοικητή των Πραιτοριανών, βλέποντας τον φόβο στα μάτια του. Σαν να του έλεγε ότι ανά πάσα στιγμή, εκείνοι οι άντρες που είχαν ματώσει για αυτόν, θα μπορούσαν άνετα εκείνη την στιγμή να εξολοθρεύσουν τους Πραιτοριανούς. Πέρα από το γεγονός ότι αν εκστράτευαν επιτόπου ενάντια στην Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας Ισαάκιος δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να φέρει αντίσταση στην ασταμάτητη ορμή των βετεράνων του Δούκα. Αλλά δεν θα γινόταν κάτι τέτοιο. Δεν θα οδηγούσε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε έναν ακόμα εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος θα δίχαζε ακόμα περισσότερο την βασανισμένη αυτοκρατορία. Τα λεπτά κυλούσαν βασανιστικά και ο αέρας μύριζε αίμα και θάνατο. Τα κοράκια, σαν να προέβλεπαν αυτό που θα γινόταν άρχισαν να μαζεύονται γύρω από τους συγκεντρωμένους άντρες, οι οποίοι ήταν έτοιμοι να σκοτώσουν ο ένας τον άλλον. Όμως αυτό δεν έμελλε να συμβεί. Κάποια στιγμή, δίχως προειδοποίηση και με τον Νικόλαο πρώτο, οι άντρες, ο ένας μετά τον άλλον, άφησαν τα όπλα τους να πέσουν με κρότο στο έδαφος. Ο Δούκας γύρισε και κοίταξε τον Νικόλαο με ένα βλέμμα γεμάτο ευγνωμοσύνη.

Οι Πραιτοριανοί, δίχως να χάσουν χρόνο πέρασαν αλυσίδες στα χέρια του σεβαστοκράτορα και τον ανέβασαν σε ένα από τα άλογα.

«Να αποσυρθείτε από αυτό το μέρος και να επιστρέψετε στα εδάφη μας. Εκεί, να περιμένετε την νέα διοίκηση. Μην κινηθείτε μόνοι σας. Είναι επικίνδυνο να βρίσκεται σε εχθρικό έδαφος, δίχως έναν στρατηγό να σας οδηγεί» εξήγησε ο Δούκας στους στρατιώτες του.

Αμέσως, ο διοικητής του μικρού αποσπάσματος έδωσε την εντολή και το απόσπασμα από τους ιππείς άρχισε να απομακρύνεται από το στρατόπεδο. Μόλις άρχισαν να χάνονται πίσω από την ομίχλη του δάσους από το οποίο είχαν έρθει, ο Νικόλαος μπήκε στην σκηνή του και άρχισε να μαζεύει τα πράγματα του. Ο Συμεών τον ακολούθησε απορημένος.

«Τι κάνεις;» ρώτησε.

«Αν νομίζεις ότι θα κάτσω εδώ άπραγος ενώ ο Ιωάννης είναι αλυσοδεμένος, κάνεις λάθος. Θα τον ακολουθήσω» δήλωσε ο Νικόλαος.

Έβαλε δύο χιτώνες μέσα σε ένα σάκο, προμήθειες που βρήκε σκόρπιες μέσα στη σκηνή του και κάτι μαχαίρια.

«Το σπαθί μου!» έκανε νόημα στον Συμεών.

Ο νέος το σήκωσε και το κράτησε στα χέρια του. Δίσταζε.

«Άσε με να έρθω μαζί σου!» είπε.

«Ούτε να το σκέφτεσαι νεαρέ» απάντησε ο Νικόλαος, με αυστηρό ύφος, άσχετα αν με την άκρη των χειλών του χαμογελούσε με το θάρρος του μαθητευόμενού του. 

«Γιατί; Νομίζω πλέον είμαι αρκετά ικανός να…» έκανε να πει ο Συμεών, αλλά ο Νικόλαος τον έκοψε με μια απότομη κίνηση του χεριού του.

«Σε χρειάζομαι εδώ» του εξήγησε. «Να οδηγήσεις τους άντρες μας σε ασφαλές μέρος».

«Μα εγώ δεν είμαι παρά ένας ιπποκόμος, ποιος θα με ακολουθήσει;» ρώτησε ο νεαρός νευρικά, αγχωμένος για το βάρος που έπεφτε ξαφνικά στους ώμους του.

«Οι άντρες οι δικοί μας σέβονται τον Δούκα και εμένα. Αν ακολουθούν εμάς, θα ακολουθήσουν και εσένα, αν τους δώσω την εντολή».

Ο Νικόλαος χαμογέλασε.

«Σε εμπιστεύομαι Συμεών. Βοήθα τα παιδιά να γυρίσουν σώοι σε μέρος ασφαλές, δίπλα στους συμμάχους μας. Και τότε, αλλά μόνο τότε…» είπε τονίζοντας τις τελευταίες λέξεις, «…έλα να με βρεις στην Κωνσταντινούπολη!»

 

[…]

 

12 ημέρες μετά…

Ο Συμεών μπήκε στην Πόλη από την πύλη του Αγίου Ρωμανού. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή και ολόκληρη η Κωνσταντινούπολη βρισκόταν βυθισμένη στη σιωπή. Μόνο οι ψάλτες από τις εκκλησιές ακούγονταν. Κάποιοι μάλιστα, ετοιμαζόντουσαν για την έξοδο του Επιταφίου εκείνη τη στιγμή. Ο νεαρός ιπποκόμος γνώριζε ότι ο Ιωάννης Δούκας μαζί με τον Νικόλαο, ως «προσκεκλημένοι» του αυτοκράτορα, θα εκκλησιάζονταν εκείνη την ώρα πιθανότατα στον αυτοκρατορικό Ναό των Αγίων Αποστόλων. Ο αυτοκράτορας άλλωστε, δεν πήγαινε στον μεγαλόπρεπο Ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας, εκτός αν ήταν Χριστούγεννα, Πάσχα ή Θεοφάνια. Σπιρούνισε το άλογο του και έκανε νόημα στη συνοδεία του να τον ακολουθήσουν. Η αλήθεια είναι ότι δεν ζήτησε αυτός συνοδεία. Και μόνος του θα τα κατάφερνε να φτάσει στην πόλη. Γνώριζε τις ικανότητες του, θα παρέμενε ασφαλής. Όμως οι στρατιώτες είχαν επιμείνει. Ζητούσαν απαντήσεις και σε μια στρατιωτική συνέλευση των αξιωματικών, αποφασίστηκε ότι ο Συμεών θα έχει μαζί του ως συνοδούς υπαξιωματικούς του στρατεύματος, ως αντιπρόσωποι της δύναμης η οποία βρισκόταν στη Βουλγαρία.

Δεν ήθελαν απλά να μάθουν τα νέα του στρατηγού τους. Αυτό που ήθελαν να συνειδητοποιήσουν ήταν αν θα χρειαστεί να πορευθούν κατά της Κωνσταντινούπολης με πλήρη δύναμη, να τη καταλάβουν και να διώξουν με τις κλωτσιές τον Ισαάκιο από τον θρόνο. Ο Ιωάννης Δούκας άλλωστε θα έκανε πολύ καλύτερος βασιλιάς. Αλλά ένας ακόμη εμφύλιος θα ρήμαζε ότι είχε απομείνει από την άλλοτε ένδοξη αυτοκρατορία της Ρώμης. Μετά από πολύ καιρό, βρισκόντουσαν σε μια εποχή σχετικής σταθερότητας, η οποία ήταν αναπόφευκτο να μην κρατήσει για πολύ.

Έφτασαν έξω από τον Ναό. Έδεσαν τα άλογα τους και κατευθύνθηκαν στον προαύλιο χώρο. Η περιφορά του Επιταφίου είχε τελειώσει και ο κόσμος περνούσε κάτω από τον Επιτάφιο, για να λάβει την ευλογία του Κυρίου. Με υπομονή περίμεναν να έρθει η σειρά τους. Μέσα από τον Ναό, ο αυτοκρατορικός χορός, αποτελούμενος από 50 ψάλτες και περίπου 100 αναγνώστες, απέδιδαν με πολύ όμορφο τρόπο τον ύμνο «Τον Ήλιον Κρύψαντα». Ο Συμεών έμοιαζε συνεπαρμένος από την ψαλμωδία. Εν τέλει μπήκαν στον Ναό των Αποστόλων, τελευταίοι από τους προσκυνητές. Το εσωτερικό ήταν όντως επιβλητικό, ένα κόσμημα της πόλης του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Καταλάβαινε γιατί οι αυτοκράτορες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας επιθυμούσαν να ταφούν δίπλα από αυτόν τον Ναό. Τη προσοχή του τράβηξε η φιγούρα του Ιωάννη Δούκα, ο οποίος στεκόταν δίπλα στον αυτοκράτορα. Φαινόταν σαν να στεκόταν σε στάση προσευχής, αλλά στην πραγματικότητα, ο αυτοκράτορας του είχε περάσει αλυσίδες στα χέρια. Γύρισε και αντίκρισε τους άντρες που βρίσκονταν μαζί του. Ήταν σίγουρος ότι, αν δεν βρισκόντουσαν εντός του ιερού χώρου του Ναού, ο Ισαάκιος θα βρισκόταν νεκρός μέσα σε λίγες στιγμές, ακόμα και αν αυτό στοίχιζε τη ζωή τους. Τόσο πολύ αγαπούσαν οι στρατιώτες τον στρατηγό τους.

Η ακολουθία τελείωσε μισή ώρα αργότερα και ο λαός έφευγε σιγά σιγά. Τελευταίος βγήκε ο αυτοκράτορας, συνοδευόμενος από τη φρουρά του, με τον εκλεκτό αιχμάλωτο να περπατάει δίπλα του. Ο Συμεών κοίταξε τριγύρω του, μήπως συναντήσει κάποιο φιλικό πρόσωπο. Και το βρήκε. Με αργά βήματα, ο Συμεών πλησίασε τον Νικόλαο, ο οποίος βρισκόταν σε μικρή απόσταση πίσω από τον Δούκα και τον Αυτοκράτορα. Ο Νικόλαος μόλις τον είδε τον χαιρέτησε με μια απλή κίνηση του κεφαλιού του.

«Όλα καλά πίσω στο μέτωπο;» ρώτησε τον νεαρό ιπποκόμο.

«Οι άντρες βρίσκονται σε ασφαλές καταφύγιο, λίγα χιλιόμετρα βόρεια από την πόλη της Αδριανούπολης» απάντησε ο Συμεών.

Υπήρξε μια μικρή παύση μεταξύ τους.

«Φαίνεσαι προβληματισμένος» σχολίασε ο Νικόλαος, βλέποντας το γεμάτο απορίες βλέμμα του Συμεών.

«Πριν αναχωρήσω…» ομολόγησε ο νεαρός, «…υπήρχε αναταραχή ανάμεσα στους άνδρες. Δεν γνώριζαν τι συμβαίνει με τον σεβαστοκράτορα και τον Ισαάκιο. Φοβούνται ότι η έλλειψη ενός ικανού στρατηγού, θα δώσει θάρρος στον Ασσέν, που από στιγμή σε στιγμή μπορεί να μας επιτεθεί με ανανεωμένες δυνάμεις».

Σταμάτησε για λίγο και αναστέναξε.

«Οι άνδρες ανυπομονούν να νικήσουν τον εχθρό και να γυρίσουν στις οικογένειες τους» κατέληξε.

Ο Νικόλαος κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του.

«Καταλαβαίνω τι εννοείς. Βρισκόμαστε σε σκοτεινές εποχές. Και αυτή τη στιγμή στο θρόνο της Νέας Ρώμης, βρίσκεται ένας παρανοϊκός άνθρωπος. Δεν ξέρω που θα μας οδηγήσει όλο αυτό…».

Κοίταξε μπροστά του. Ο Ιωάννης Δούκας προχωρούσε με βήμα αγέρωχο δίπλα στον βασιλιά του, με αλυσίδες περασμένες ακόμα στα χέρια του, όσο εκείνος, ο Ισαάκιος δηλαδή, του έριχνε δολοφονικές ματιές, δίχως όμως να ανταλλάσσουν κάποια κουβέντα.

«Σε λίγο ο αυτοκράτορας θα δεχθεί τον Δούκα και εμένα σε ακρόαση. Εκεί ελπίζω να πάρουμε τις απαντήσεις που θέλουμε».

 

Οι πόρτες της μεγάλης αίθουσας του Θρόνου άνοιξε και οι στρατιώτες σχεδόν έσπρωξαν μέσα τον Ιωάννη μαζί με τον Νικόλαο. Ο Ισαάκιος καθόταν πάνω στον θρόνο του, τον οποίο μάλιστα είχε υπερυψώσει, ούτως ώστε να υπενθυμίζει στα υποκείμενα του ποιος είναι ο πιο ισχυρός άνδρας της Ανατολής. Δίχως οι δύο κατηγορούμενοι να χάσουν την ψυχραιμία τους, στάθηκαν ενώπιον του βασιλιά τους. Τα πρόσωπα τους δεν έδειχναν ούτε μίσος, ούτε στεναχώρια. Μόνο περηφάνια. Μια περηφάνια που χαρακτήριζε αιώνες τώρα τους εξελληνισμένους Ρωμαίους της Αυτοκρατορίας. Ο Ισαάκιος όμως τους κοιτούσε με περισσή περιφρόνηση. Με ένα του βλέμμα, έκανε νόημα σε έναν από τους νομικούς του να ξεκινήσουν την ανάκριση.

«Σεβαστοκράτορα Ιωάννη Δούκα» ξεκίνησε με επίσημο ύφος ο νομικός. «Βρίσκεσαι ενώπιον του αυτοκράτορα σήμερα, καθώς κατηγορείσαι για εσχάτη προδοσία κατά του αυτοκρατορικού στέμματος!»

«Μα αυτό δεν μπορεί να είναι δυνατό!» εξεγέρθηκε ο Νικόλαος. «Ο Δούκας έχει δώσει το ίδιο του το αίμα για τον αυτοκράτορα και την Κωνσταντινούπολη! Δεν υπάρχουν αποδείξεις…»

Το δόρυ ενός φρουρού τον έριξε στο έδαφος. Ο αυτοκράτορας τον κοιτούσε με ένα βλέμμα γεμάτο φθόνο.

«Θα μάθεις να σέβεσαι αυτούς που είναι πάνω από εσένα» γρύλισε.

Ο Ιωάννης σήκωσε τον Νικόλαο από το έδαφος και τον έστησε στα πόδια του. Έπειτα έστρεψε την προσοχή του προς τον αυτοκράτορα.  

«Και οι δύο ξέρουμε γιατί με έχεις φέρει μέχρι εδώ, οπότε άσε τις επισημότητες. Ούτε σε πρόδωσα ποτέ, ούτε και σκόπευα. Δεν φταίω εγώ για την παράνοια σου. Οπότε πες μου τι θες από εμένα.»

Ο Ισαάκιος γέλασε, χαιρέκακα.

«Θα έπρεπε να σε εκτελέσω για ασέβεια στο πρόσωπό μου. Αλλά δυστυχώς είσαι αίμα της μάνας μου, οπότε δεν μπορώ, δίχως να σπιλώσω το ένδοξο όνομα της βασιλικής οικογένειας!»

Σηκώθηκε, κατέβηκε τα ξύλινα σκαλοπάτια που βρίσκονταν μπροστά από τον θρόνο του και στάθηκε μπροστά στους κατηγορούμενους.

«Θες να μάθεις τι θέλω να κάνω με σένα; Αρχικά, σε απαλλάσσω από την διοίκηση των δυνάμεων στο μέτωπο της Βουλγαρίας.»

Ο Νικόλαος παρατήρησε ότι μέχρι και οι στρατιώτες γύρω του αντάλλαξαν μια ανήσυχη ματιά. Η ικανότητα του Δούκα ήταν αδιαμφισβήτητη στο πεδίο της μάχης. Αν εγκατέλειπε τον στρατό, το ηθικό θα έπεφτε και ποιος ξέρει τι αποτέλεσμα θα είχε η εκστρατεία. Παραδόξως όμως ο Δούκας παρέμεινε ατάραχος.

«Και με ποιον σκοπεύεις να με αντικαταστήσεις ανιψιέ;» ρώτησε.

Ο αυτοκράτορας Ισαάκιος φάνηκε να προβληματίζεται για λίγο, αλλά σύντομα βρήκε πάλι το προσβλητικό του ύφος.

«Με τον Ιωάννη Καντακουζηνό» είπε σε επίσημο τόνο.

Του Νικόλαου του ξέφυγε ένα πνιχτό γέλιο.

«Υπάρχει κάποιος λόγος που το κατοικίδιο σου γελάει ενώπιον του αυτοκράτορα;»

Ο Δούκας έριξε στον Νικόλαο μια δολοφονική ματιά όλο νόημα. Ο Νικόλαος απευθείας σοβάρεψε και στάθηκε όρθιος.

«Αυτό μάλλον που σκέφτεται ο καλός μας Νικόλαος, αγαπητέ βασιλιά των Ρωμαίων, είναι μια σκέψη που πέρασε και από το δικό μου μυαλό» είπε ο Δούκας στον ίδιο επίσημο τόνο. «Αφορά την αδυναμία αυτού του εκλεκτού αδελφού. Όπως γνωρίζετε, ο Καντακουζηνός είναι τυφλός».

Ο Ισαάκιος χαμογέλασε και τους γύρισε την πλάτη. Καθώς ανέβαινε πάλι προς τον θρόνο του, ο Νικόλαος ήταν σίγουρος ότι τον άκουσε να λέει: «Μπορεί εκείνος να είναι τυφλός, αλλά δεν είναι πιο επικίνδυνος από εσένα».

Στρογγυλοκάθισε στον θρόνο του κάπως βαριεστημένα. Όλη η διαδικασία τον είχε κουράσει.

«Εσύ Ιωάννη Δούκα, και οι λοιποί συνωμότες, θα καταφύγετε στην Αίγυπτο. Όλοι εκτός από έναν, τον οποίο τον θέλω εδώ για να εκτελέσει μια αποστολή υψίστης σημασίας. Οι υπόλοιποι, θα πάτε στην Έφεσο, όπου θα λάβει το μέρος το δεύτερο μέρος της δοκιμασίας σας».

«Και τι θα κάνουμε εκεί;» ρώτησε ο Νικόλαος γεμάτος απορία.

«Αυτό θα το μάθετε εκεί. Έχω ενημερώσει ήδη τον έπαρχο της πόλης για την άφιξη σας».

«Ποιος θα είναι εκείνος που θα κάτσει μαζί σου;» ρώτησε ο Δούκας.

«Είμαι διατεθειμένος να μείνω εγώ, κύριε» προσφέρθηκε ο Νικόλαος.

Ο Ισαάκιος γέλασε πάλι.

«Όχι αγαπητέ μου, είσαι πολύ επικίνδυνος για να μείνεις στην πρωτεύουσα του κράτους μου. Θα μείνει μαζί μου το αγόρι που σε ακολούθησε από τη Βουλγαρία μέχρι εδώ».

Όταν είδε την έκπληξη του Νικολάου, συνέχισε, πιο προκλητικά.

«Συμεών, έτσι δεν τον λένε; Να είσαι ήσυχος ότι εγώ δεν θα τον πειράξω. Τώρα αν επιβιώσει εκεί που θα τον στείλω…» είπε. «Εσύ μην ανησυχείς. Σε αντίθεση με τον κύριο σου, θα πας ολοταχώς με ένα μικρό απόσπασμα στην Έφεσο. Όπως είπα, εκεί θα λάβετε σχετικές εντολές».

Ο Νικόλαος έβραζε μέσα του, αλλά το βλέμμα του Δούκα τον ανάγκασε να το κρύψει και να υποταχθεί στο θέλημα εκείνου που κρατούσε τις ζωές τους στα χέρια του.

«Βγάλτε του τις αλυσίδες!» διέταξε ο αυτοκράτορας.

«Έγινα απόλυτα κατανοητός;» τους ρώτησε έπειτα.

Οι δύο άνδρες τον κοίταξαν με μίσος, αλλά κούνησαν καταφατικά το κεφάλι τους.

«Ωραία!» έκανε χαρούμενα και χτύπησε να χέρια του. «Φύγετε τώρα από μπροστά μου!»

Οι στρατιώτες τους απελευθέρωσαν από τα δεσμά τους και οι δύο άνδρες έκαναν να φύγουν.

«Θείε!» φώναξε τότε ο Ισαάκιος.

Ο Ιωάννης γύρισε απορημένος.

«Αν ξαναγυρίσεις στην Κωνσταντινούπολη,» είπε τονίζοντας κάθε λέξη, δείχνοντας την σοβαρότητα των λόγων του, «…να ξέρεις ότι θα σε σκοτώσω!»

«Κύριε, αυτό είναι άδικο!» ξέσπασε ξαφνικά ο Νικόλαος, μόλις απομακρύνθηκαν αρκετά με τον Δούκα.

Ο ηλικιωμένος στρατηγός δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει και συνέχισε να περπατά.

«Το ξέρω» είπε ξερά.

«Και τι θα κάνουμε τώρα;»

Είχαν βγει πλέον από το παλάτι και κοίταξαν προς την Πόλη, η οποία δεν κοιμόταν ποτέ. Ένα αεράκι φύσηξε και χάιδεψε το ξανθό μαλλί του Νικόλαου. Ο Δούκας ξεφύσησε ανήσυχος και κοίταξε προς τον ουρανό, σαν να ζητούσε την δύναμη του Παντοδύναμου για τις δυσκολίες που θα ακολουθούσαν. Εν τέλει, απλά κούνησε το κεφάλι του δυσαρεστημένος από την τροπή που είχαν λάβει τα γεγονότα.

«Τι άλλο μπορούμε άραγε να κάνουμε;»

Χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελό του ήταν πικρό.

«Θα κάνουμε το θέλημα του αυτοκράτορα!»

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πρόλογος του Συγγραφέα